διαμάχη


διαμάχη
[дьямахи] ουσ. В. конфликт, ссора

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαμάχη" в других словарях:

  • διαμάχη — a fight fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαμαχέω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάχῃ — διαμάχη a fight fem dat sg (attic epic ionic) διαμάχομαι fight pres subj mp 2nd sg διαμάχομαι fight pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάχη — η (AM διαμάχη και διαμάχησις, εως) φιλονικία, διένεξη, διαπάλη αρχ. πόλεμος, αγώνας …   Dictionary of Greek

  • διαμάχη — η έντονη φιλονικία για διεκδίκηση δικαιώματος ή πράγματος: Η διαμάχη ανάμεσα στους κληρονόμους για τη διεκδίκηση της περιουσίας, συνεχίζεται χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εικονομαχία — Διαμάχη γύρω από το θέμα των ιερών εικόνων, η οποία εξελίχθηκε σε θρησκευτική κρίση, που συντάραξε για έναν και περισσότερο αιώνα (726 843) τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Μπορεί να διαιρεθεί σε δύο περιόδους· η πρώτη αφορά την περίοδο 726 780 και η… …   Dictionary of Greek

  • διαμάχαις — διαμάχη a fight fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάχην — διαμάχη a fight fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμάχης — διαμάχη a fight fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek